Η Ελλάδα χρησιμοποιεί κάθε χρόνο περίπου 10–12% των ανανεώσιμων υδατικών της πόρων
Σύμφωνα με τα ετήσια δεδομένα, η Ελλάδα καταγράφει σημαντικές διακυμάνσεις του δείκτη WEI+, με τιμές που κυμαίνονται περίπου από 8% έως 15%, και σε ορισμένες περιόδους να προσεγγίζουν ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Η Ελλάδα εμφανίζει διαχρονικά υψηλότερη πίεση στους υδατικούς πόρους σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τα ετήσια δεδομένα, η Ελλάδα καταγράφει σημαντικές διακυμάνσεις του δείκτη WEI+, με τιμές που κυμαίνονται περίπου από 8% έως 15%, και σε ορισμένες περιόδους να προσεγγίζουν ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Οι μεταβολές αυτές συνδέονται κυρίως με τις κλιματικές συνθήκες, όπως οι περίοδοι ξηρασίας, αλλά και με την αυξημένη ζήτηση νερού σε τομείς όπως η γεωργία και ο τουρισμός.
Αντίθετα, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει σταθερά χαμηλότερος, περίπου στο 4%–6%, γεγονός που δείχνει μικρότερη πίεση στους υδατικούς πόρους συνολικά στην Ευρώπη. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι τιμές είναι διαχρονικά υψηλότερες και κυμαίνονται αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα χρησιμοποιεί μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων υδάτινων πόρων της κάθε χρόνο.
Ο δείκτης τετραετούς μέσου όρου προσφέρει μια πιο σταθερή εικόνα της τάσης, περιορίζοντας τις ετήσιες διακυμάνσεις. Και σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα κινείται σε επίπεδα περίπου 10%–12,5%, δηλαδή υπερδιπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ, που παραμένει κοντά στο 4%–5%.
Η σύγκριση των δύο δεικτών αναδεικνύει ότι, πέρα από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις, η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρθρωτικά υψηλότερη πίεση στους υδατικούς πόρους σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Διαβάστερ περισσότερα για την επάρκεια του νερού εδώ.