Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της EAFO, τα δημόσια σημεία φόρτισης στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 170 (130 εναλλασσόμενου ρεύματος, 40 συνεχούς) το Α' τρίμηνο 2020 σε 9.567 το Α' τρίμηνο 2026 (7.679 εναλλασσόμενου, 1.888 συνεχούς), δηλαδή περίπου 56 φορές περισσότερα.
Τα σημεία εναλλασσόμενου ρεύματος αυξήθηκαν ταχύτερα: από 130 σε 7.679 δηλαδή περίπου πενήντα έξι φορές περισσότερα από ότι το 2020. Τα σημεία συνεχούς ρεύματος αυξήθηκαν επίσης από 40 σε 1.888. Η σύνθεση του δικτύου παραμένει υπέρ του εναλλασσόμενου ρεύματος: στο πρώτο τρίμηνο του 2026, τα σημεία φόρτισης εναλλασσόμενου ρεύματος αντιστοιχουν στο 80% του συνολικού δικτύου.
Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα (BEV) είναι οχήματα που κινούνται αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια αποθηκευμένη σε μπαταρία. Δεν διαθέτουν θερμικό κινητήρα ούτε καίνε καύσιμα και επομένως έχουν μηδενικές εκπομπές
Στην Ελλάδα, ο αριθμός των αμιγώς ηλεκτρικών αυτοκινήτων (BEV) αυξήθηκε από 38 το 2014 σε 8.892 το 2025. Η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφεται την περίοδο 2019–2025: 188 (2019), 678 (2020), 2.174 (2021), 6.377 (2023), 8.708 (2024) και 8.892 (2025, ιστορικό υψηλό). Η πορεία αυτή αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 72% στη δεκαετία, με την αύξηση μετά το 2020 να οφείλεται κυρίως στα κίνητρα και στη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα μοντέλων.
Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 8% τον Ιούνιο του 2026. Το ποσοστό αυτό είναι μειωμένο κατά 1,2 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην πέμπτη υψηλότερη θέση, περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Στις υψηλότερες θέσεις ανεργίας βρίσκονται η Φινλανδία (10,3%), η Ισπανία (10,1%), η Σουηδία (8,9%) και η Γαλλία (8,2%). Αντίθετα, στα χαμηλότερα επίπεδα κινούνται η Κύπρος (3%), η Βουλγαρία (3,0%) και η Πολωνία (3,1%).
Την περίοδο 2010–2019 τα καταγεγραμμένα αδικήματα σεξουαλικής βίας κυμαίνονταν σταθερά μεταξύ 300 και 550, με χαμηλότερο σημείο τα 303 το 2019. Από το 2020 και μετά ο αριθμός τετραπλασιάστηκε μέσα σε πέντε χρόνια, με τη μεγαλύτερη αύξηση το 2021, όταν οι καταγραφές πήδηξαν από 543 σε 966. Παρόμοια πορεία ακολουθούν και οι βιασμοί, που έφτασαν τους 352 το 2024, σχεδόν τριπλάσιοι σε σχέση με το χαμηλό των 122 το 2015.
Δύο εξελίξεις συμπίπτουν χρονικά με την ελληνική καμπή: η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα τον Ιούνιο του 2019, με την οποία ο βιασμός θεμελιώθηκε στην απουσία συναίνεσης, και το κύμα δημόσιων καταγγελιών στις αρχές του 2021. Δεν μπορεί να διακριθεί με βεβαιότητα πόσο η άνοδος αφορά πραγματική αύξηση των περιστατικών και πόσο πληρέστερη καταγραφή και μεγαλύτερη προθυμία των θυμάτων να απευθυνθούν στις αρχές.
Παρά την απότομη άνοδο, η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Με 12 αδικήματα ανά 100.000 κατοίκους βρίσκεται περίπου στο μισό του ευρωπαϊκού διαμέσου (25) και στην 7η χαμηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών, μακριά από τα υψηλότερα ποσοστά της Σουηδίας (201) και της Φινλανδίας (142).
Με το Greece in Figures PRO, κάθε νέα ανακοίνωση επισήμων δεδομένων φτάνει αυτόματα στο email σας, χωρίς να χρειάζεται να την αναζητήσετε μόνοι σας.
Σύμφωνα με την έρευνα EU-SILC, το 2023 το 20,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα εγκληματικότητας, βίας ή βανδαλισμών στη γειτονιά του — το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την ΕΕ. Ακολουθούν η Ολλανδία (16,7%), η Βουλγαρία (15,6%) και η Γαλλία (14,7%), τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός διάμεσος βρίσκεται μόλις στο 7,0%. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφουν η Κροατία (1,4%), η Λιθουανία (2,7%) και η Πολωνία (2,8%).
Η απόκλιση αυτή είναι, πάντως, σχετικά πρόσφατη. Το 2003 μόλις το 9,7% του πληθυσμού δήλωνε τέτοια προβλήματα (ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη και κάτω από τον ευρωπαϊκό διάμεσο). Ο δείκτης εκτοξεύθηκε στα χρόνια της κρίσης, φτάνοντας το 20,1% το 2011 και το 2012, υποχώρησε προσωρινά στα μέσα της δεκαετίας (12,8% το 2015) και ανέβηκε ξανά μετά το 2019, μέχρι το νέο υψηλό του 20,9% το 2023.
Με το Greece in Figures PRO, κάθε νέα ανακοίνωση επισήμων δεδομένων φτάνει αυτόματα στο email σας, χωρίς να χρειάζεται να την αναζητήσετε μόνοι σας.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η Ελλάδα κατέγραψε 15.946 γεννήσεις ζώντων, 57 περισσότερες από ένα χρόνο νωρίτερα. Η αύξηση είναι μικρή, ωστόσο διακόπτει μια παρατεταμένη πτωτική πορεία: καθένα από τα προηγούμενα τέσσερα πρώτα τρίμηνα ήταν μειωμένο, συμπεριλαμβανομένης μιας πτώσης 8,1% το 2025.
Η άνοδος ήταν επίσης άνιση εντός του τριμήνου. O Ιανουάριος (+2,6%) και ο Μάρτιος (+1,2%) αυξήθηκαν, ενώ ο Φεβρουάριος υποχώρησε κατά 2,9%.
Η σύνθεση των γεννήσεων συνέχισε να μετατοπίζεται προς τις μητέρες ελληνικής υπηκοότητας. Οι γεννήσεις από μητέρες με ελληνική υπηκοότητα ανήλθαν στο 90,4% του συνόλου, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ 2021–2026, ενώ οι γεννήσεις από μητέρες ξένης υπηκοότητας μειώθηκαν κατά 4,7%, στις 1.524. Η αναλογία διευρύνθηκε σε 9,5 ελληνικές γεννήσεις για κάθε μία ξένη, από 8,9 έναν χρόνο νωρίτερα.
Σε επίπεδο περιφερειών
Επτά από τις 13 περιφέρειες κατέγραψαν περισσότερες γεννήσεις σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στη Θεσσαλία (+62 γεννήσεις, +6,7%) και στην Πελοπόννησο (+56, +7,8%), ενώ η Στερεά Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη πτώση (−81, −11,3%), ακολουθούμενη από την Αττική (−32) και τα Ιόνια Νησιά (−31). Η Αττική από μόνη της αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου των γεννήσεων στην Ελλάδα, και το σχεδόν αμετάβλητο αποτέλεσμά της (−0,6%) είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που κράτησε το εθνικό μέγεθος κοντά στα περυσινά επίπεδα.
Με το Greece in Figures PRO, κάθε νέα ανακοίνωση επισήμων δεδομένων φτάνει αυτόματα στο email σας, χωρίς να χρειάζεται να την αναζητήσετε μόνοι σας.
Στη Θεσσαλονίκη η μέση ταχύτητα λήψης στη σταθερή σύνδεση φτάνει τα 258 Mbps και στην Αθήνα τα 221 Mbps, τιμές που φέρνουν τις δύο πόλεις κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα Ιωάννινα όμως μένουν στα 73 Mbps, σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερα από τη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Βόλος βρίσκεται κάτω από τα 100 Mbps.
Στην ταχύτητα αποστολής το χάσμα γίνεται ακόμη πιο έντονο. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η Θεσσαλονίκη καταγράφει 173 Mbps και η Αθήνα 134 Mbps, τη στιγμή που τα Ιωάννινα είναι και πάλι τελευταία με μόλις 11 Mbps, ενώ η Ρόδος και η Κέρκυρα ακολουθούν με 22 Mbps. Η απόσταση εδώ δεν είναι τριπλάσια αλλά δεκαπλάσια, και αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τις διαφορές στις υποδομές μέσα στη χώρα.
Σε επίπεδο περιφερειών
Στην Αττική η μέση ταχύτητα λήψης στη σταθερή σύνδεση φτάνει τα 234 Mbps και στην Κεντρική Μακεδονία τα 216 Mbps, τιμές που φέρνουν τις δύο περιφέρειες κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ήπειρος όμως μένει στα 81 Mbps, σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερα από την Αττική, ενώ το Νότιο Αιγαίο και τα Ιόνια Νησιά δεν ξεπερνούν τα 104 Mbps.
Διαβάστε περισσότερα για τη ταχύτητα του internet εδώ.
Εξερευνήστε μόνοι σας τα δεδομένα στη νέα μας πλατφόρμα: