Εγκληματικότητα
Στο παρακάτω λήμμα παρουσιάζουμε την εικόνα της καταγεγραμμένης εγκληματικότητας στην Ελλάδα ανά κατηγορία και τη συγκρίνουμε με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εισαγωγή
Παρουσιάζουμε την εικόνα της καταγεγραμμένης εγκληματικότητας στην Ελλάδα ανά κατηγορία και τη συγκρίνουμε με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξετάζουμε τις ανθρωποκτονίες με πρόθεση, τα θύματα ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας, τα αδικήματα σεξουαλικής βίας, τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και τα αδικήματα διαφθοράς. Για κάθε κατηγορία δίνεται η διαχρονική εξέλιξη και η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη.
Τέλος, παρουσιάζουμε πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι πολίτες την ασφάλεια και αντιπαραβάλλουμε την εικόνα αυτή με τα επίσημα καταγεγραμμένα συμβάντα.
Μεθοδολογία
Τα στοιχεία που χρησιμοποιούμε αφορούν τα αδικήματα που καταγράφονται από τις αστυνομικές αρχές. Πρόκειται για την ευρύτερη διαθέσιμη εικόνα της εγκληματικότητας, καθώς περιλαμβάνουν κάθε καταγεγραμμένη πράξη ανεξάρτητα από το αν οδήγησε σε δίωξη ή καταδίκη.
Τα δεδομένα συλλέγονται από τις εθνικές αρχές και διαβιβάζονται στη Eurostat και στον ΟΗΕ. Η ταξινόμηση των αδικημάτων γίνεται με βάση το Διεθνές Σύστημα Ταξινόμησης Εγκλημάτων για Στατιστικούς Σκοπούς (ICCS), ώστε οι κατηγορίες να είναι συγκρίσιμες μεταξύ των χωρών. [5]
Η σύγκριση των εγκλημάτων παραμένει δύσκολη υπόθεση. Κάθε κράτος ορίζει διαφορετικά τα αδικήματα, εφαρμόζει διαφορετικές πρακτικές καταγραφής και έχει διαφορετικό βαθμό προθυμίας των πολιτών να απευθυνθούν στην αστυνομία.
Τα καταγεγραμμένα αδικήματα δεν ταυτίζονται με το σύνολο των εγκλημάτων που τελούνται. Το σύνολο αυτό ισούται με όσα καταγγέλλονται συν όσα δεν καταγγέλλονται, μείον όσα καταγγέλλονται εσφαλμένα. Η υποκαταγραφή είναι μικρότερη εκεί όπου απαιτείται αστυνομική βεβαίωση, για παράδειγμα σε κλοπές οχημάτων και διαρρήξεις που καλύπτονται από ασφαλιστήριο.
81 ανθρωποκτονίες το 2024
Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 81 ανθρωποκτονίες με πρόθεση, έναντι 76 το 2023. Ο αριθμός παραμένει κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαπενταετίας.
Η εικόνα διαχρονικά είναι πτωτική. Από το ανώτατο σημείο των 184 ανθρωποκτονιών το 2011, ο αριθμός υποχώρησε στις 73 το 2020, μείωση της τάξης του 60%. Η κάμψη ήταν απότομη στα χρόνια 2012 με 2015, όταν οι καταγραφές έπεσαν από 165 σε 86, και έκτοτε ο αριθμός κινείται σταθερά μεταξύ 73 και 94.
Για τη σύγκριση μεταξύ χωρών χρησιμοποιούμε τον δείκτη ανθρωποκτονιών ανά 100.000 κατοίκους. Το 2024 ο δείκτης της Ελλάδας διαμορφώθηκε σε 0,78 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 0,85 στην ΕΕ. Το 2008 οι δύο δείκτες ήταν ουσιαστικά ταυτόσημοι, 1,29 για την Ελλάδα και 1,30 για την Ένωση. Έκτοτε η Ελλάδα υποχώρησε 53% από την κορύφωση του 2011, ενώ ο δείκτης της ΕΕ μειώθηκε 32% στην ίδια περίοδο. Η πτώση δηλαδή ήταν εντονότερη στην Ελλάδα.
Με 0,78 ανά 100.000 κατοίκους η χώρα βρίσκεται στην 11η χαμηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις χώρες της Βαλτικής, με τη Λιθουανία στο 2,63 και τη Λετονία στο 2,40, ακολουθούμενες από την Εσθονία (1,82) και τη Φινλανδία (1,78). Στον αντίποδα βρίσκονται το Λουξεμβούργο (0,30), η Ιταλία (0,57) και η Τσεχία (0,63).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύγκλιση είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιόδου. Η Λιθουανία ξεκίνησε το 2008 από 8,90 και η Εσθονία από 6,28, δηλαδή σε επίπεδα πολλαπλάσια των σημερινών. Η γενική υποχώρηση των ανθρωποκτονιών αφορά σχεδόν το σύνολο της Ένωσης, όχι μόνο την Ελλάδα.
Θύματα από συγγενικό ή συντροφικό περιβάλλον
Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 31 θύματα ανθρωποκτονίας από συγγενή ή σύντροφο, εκ των οποίων 17 γυναίκες και 14 άνδρες.
Ο αριθμός αυξήθηκε κατά 63% έναντι του 2023, όταν είχαν καταγραφεί 19 θύματα. Η διακύμανση της τελευταίας δεκαετίας είναι έντονη: από 11 θύματα το 2017 στο ανώτατο σημείο των 36 το 2022, με ενδιάμεση πτώση στα 13 το 2020.
Σε αντίθεση με τις συνολικές ανθρωποκτονίες, που υποχωρούν σταθερά, τα θύματα από το οικογενειακό και συντροφικό περιβάλλον δεν εμφανίζουν πτωτική τάση. Την περίοδο 2015 με 2019 ο μέσος όρος ήταν 18 θύματα ετησίως, ενώ την περίοδο 2020 με 2024 ανέβηκε στα 27.
Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την ΕΕ, παρατηρούμε ότι στην Ελλάδα ο δείκτης των γυναικών θυμάτων από συγγενή ή σύντροφο ανέβηκε από 1,6 ανά εκατομμύριο το 2020 σε 4,2 το 2021 και 4,5 το 2022, υποχώρησε στο 2,3 το 2023 και επανήλθε στο 3,2 το 2024. Σε απόλυτους αριθμούς, από 9 γυναίκες θύματα το 2020 σε 24 το 2022.
Η αύξηση αυτή συμπίπτει χρονικά με την εντατικοποίηση της δημόσιας συζήτησης για τα γυναικεία θύματα ενδοοικογενειακής βίας και με την αύξηση των καταγγελιών. Δεν μπορεί να διακριθεί με βεβαιότητα πόσο αφορά πραγματική αύξηση των περιστατικών και πόσο πληρέστερη καταγραφή.
Σε επίπεδο Ένωσης η εικόνα είναι στάσιμη. Από το 2015 ο δείκτης των γυναικών κυμαίνεται μεταξύ 3,9 και 4,3 χωρίς σαφή κατεύθυνση, σε αντίθεση με τις συνολικές ανθρωποκτονίες που υποχωρούν σταθερά. Η ενδοοικογενειακή και συντροφική βία δηλαδή δεν ακολουθεί τη γενική πτώση της εγκληματικότητας.
Αδικήματα σεξουαλικής βίας
Ως σεξουαλική βία ορίζεται κάθε ανεπιθύμητη σεξουαλική πράξη ή απόπειρα τέλεσής της, χωρίς έγκυρη συναίνεση του θύματος. Η κατηγορία περιλαμβάνει τον βιασμό, τη σεξουαλική επίθεση και τα αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 1.250 αδικήματα σεξουαλικής βίας, ο υψηλότερος αριθμός της περιόδου και 19% πάνω από το 2023. Είναι η μόνη κατηγορία που κινείται αντίθετα από τη γενική εικόνα. Την περίοδο 2010 με 2019, ο αριθμός κυμάνθηκε σταθερά μεταξύ 300 και 550, με χαμηλότερο σημείο τα 303 αδικήματα το 2019. Ωστόσο, από το 2020 και μετά τετραπλασιάστηκε μέσα σε πέντε χρόνια, με τη μεγαλύτερη αύξηση να παρατηρείται το 2021, όταν οι καταγραφές αυξήθηκαν από 543 σε 966
Το 2024 ο δείκτης της Ελλάδας διαμορφώθηκε σε 12 αδικήματα ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 25 του ευρωπαϊκού διαμέσου, δηλαδή περίπου στο μισό της μεσαίας ευρωπαϊκής χώρας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 7η χαμηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών.
Τα υψηλότερα ποσοστά έχουν η Σουηδία (201), η Φινλανδία (142) και η Γαλλία (141). Χαμηλότερα από την Ελλάδα βρίσκονται η Ουγγαρία (5), η Λιθουανία (6) και η Κύπρος (6).
Η άνοδος δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Ο δείκτης της ΕΕ ανέβηκε από 18 το 2014 σε 25το 2024, αύξηση 38%. Στην Ελλάδα όμως η αντίστοιχη αύξηση ξεπερνά το 180% και συγκεντρώνεται μετά το 2019. Δύο εξελίξεις συμπίπτουν χρονικά με την ελληνική καμπή: η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα τον Ιούνιο του 2019, με την οποία ο βιασμός θεμελιώθηκε στην απουσία συναίνεσης [4], και το κύμα δημόσιων καταγγελιών στις αρχές του 2021.
Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 352 βιασμοί, ο υψηλότερος αριθμός της περιόδου και 20% πάνω από το 2023. Η πορεία ακολουθεί το ίδιο μοτίβο με τη σεξουαλική βία, με μία διαφορά. Η πτώση ξεκίνησε νωρίτερα και ήταν πιο ομαλή: από 232 βιασμούς το 2008 στο χαμηλότερο σημείο των 122 το 2015. Από εκεί και μετά η άνοδος είναι συνεχής, με μεγάλη αύξηση το 2021 και σχεδόν τριπλασιασμό μέσα σε εννέα χρόνια.
Το 2024 ο δείκτης της Ελλάδας διαμορφώθηκε σε 3,39 βιασμούς ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 13,7 στην ΕΕ, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο του ευρωπαϊκού. Η χώρα βρίσκεται στην 5η χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών μελών.
Χαμηλότερα βρίσκονται η Πολωνία (1,46), η Βουλγαρία (1,72), η Σλοβακία (2,41) και η Λιθουανία (2,98). Τα υψηλότερα ποσοστά έχουν η Σουηδία (88,22), η Γαλλία (65,95) και η Φινλανδία (53,25). Η άνοδος είναι και εδώ ευρωπαϊκή. Ο δείκτης της ΕΕ ανέβηκε από 5,9 το 2015 σε 13,7 το 2024, αύξηση 132%.
Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας
Στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας ξεχωρίζουμε τρεις βασικές κατηγορίες: τις κλοπές, τις διαρρήξεις και τις ληστείες. Και οι τρεις στρέφονται κατά της περιουσίας, διαφέρουν όμως ως προς την παρουσία και τον ρόλο του θύματος. Στην κλοπή το θύμα συνήθως απουσιάζει, στη διάρρηξη παραβιάζεται ο χώρος του, στη ληστεία ασκείται βία επάνω του [1],[2].
Διάρρηξη είναι η παράνομη είσοδος σε κτίριο ή χώρο με σκοπό την κλοπή. Εδώ το κρίσιμο δεν είναι η βία κατά προσώπου, αλλά η παραβίαση του ίδιου του χώρου.
Ληστεία είναι η αφαίρεση ξένου πράγματος με χρήση ή απειλή βίας. Είναι το σοβαρότερο από τα τρία, γιατί στρέφεται άμεσα κατά του θύματος και όχι μόνο κατά της περιουσίας του.
Οι κλοπές είναι με διαφορά η πολυπληθέστερη κατηγορία. Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 62.944 κλοπές, μειωμένες κατά 8% σε σχέση με το 2023. Στη διάρκεια της περιόδου ο αριθμός κινήθηκε μεταξύ 50.000 και 92.666, με εμφανές το αποτύπωμα της πανδημίας. Οι κλοπές υποχώρησαν από 85.825 το 2019 στο χαμηλότερο σημείο των 58.937 το 2021, μείωση 31%, ως αποτέλεσμα των περιορισμών λόγω της πανδημίας. Ακολούθησε μερική επιστροφή το 2022 στις 71.130 και εκ νέου υποχώρηση τα δύο τελευταία έτη.
Οι διαρρήξεις ακολουθούν σαφή και αδιάκοπη πτωτική πορεία. Από την κορύφωση του 2011, όταν είχαν φτάσει τις 59.624, υποχωρούν σταθερά έως τις 12.523 το 2024, τον χαμηλότερο αριθμό ολόκληρης της περιόδου.
Την πιο καθαρή πτώση εμφανίζουν οι ληστείες, το σοβαρότερο από τα τρία αδικήματα. Από την κορύφωση των 6.636 ληστειών το 2011 ο αριθμός υποχώρησε στις 2.894 το 2024, πτώση 56% σε δεκατρία χρόνια. Σε αντίθεση με τις κλοπές, εδώ δεν παρατηρείται επιστροφή μετά την πανδημία, καθώς ο αριθμός σταθεροποιήθηκε γύρω στις 2.500 με 2.900 από το 2020 και μετά.
Συγκρίνοντας τώρα την Ελλάδα με την ΕΕ διαχρονικά, βλέπουμε ότι και οι τρεις κατηγορίες κινούνται πτωτικά και στις δύο περιπτώσεις, γεγονός που δείχνει ότι η χώρα ακολουθεί την ίδια γενική πορεία με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στις κλοπές και στις διαρρήξεις η Ελλάδα παραμένει σε όλη την περίοδο κάτω από τον ευρωπαϊκό διάμεσο, με την απόσταση να διατηρείται σταθερή. Στις ληστείες οι δύο δείκτες κινούνται πιο κοντά και ουσιαστικά συγκλίνουν, με την Ελλάδα να βρίσκεται άλλοτε λίγο πιο πάνω και άλλοτε λίγο πιο κάτω από τον ευρωπαϊκό διάμεσο. Κοινό σημείο και στις τρεις κατηγορίες είναι το χαμηλό της πανδημίας το 2021, με τις κλοπές να αυξάνονται εκ νέου στη συνέχεια, ενώ οι διαρρήξεις και οι ληστείες παρέμειναν σε καθοδική τροχιά.
Το 2024 η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από την ΕΕ στις δύο από τις τρεις κατηγορίες. Στις κλοπές κατέγραψε 606 ανά 100.000 κατοίκους έναντι 731 της ΕΕ, και στις διαρρήξεις 121 έναντι 179. Στις ληστείες βρίσκεται οριακά πιο πάνω, με 27,9 έναντι 26,1. Οι υψηλότεροι δείκτες στις κλοπές και τις διαρρήξεις εμφανίζονται σε χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο, ενώ οι περισσότερες ληστείες καταγράφονται σε Ισπανία και Βέλγιο. Στον αντίποδα, τους χαμηλότερους δείκτες καταγράφουν οι χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, με τη Σλοβακία να είναι σταθερά ανάμεσα στις χαμηλότερες και στις τρεις κατηγορίες.
Διαφθορά
Η διαφθορά ορίζεται ως η κατάχρηση εξουσίας ή θέσης για ίδιον όφελος. Παίρνει πολλές μορφές, με πιο συνηθισμένη τη δωροδοκία, δηλαδή την προσφορά ή αποδοχή χρημάτων ή άλλου οφέλους με αντάλλαγμα μια εύνοια, για να γίνει ή να μη γίνει κάτι. [1],[2].
Για τη διαφθορά και τη δωροδοκία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία στην Ελλάδα μόνο από το 2017 και μετά, οπότε η ανάλυση περιορίζεται σε αυτή την περίοδο. Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 713 αδικήματα διαφθοράς, εκ των οποίων 240 δωροδοκίες. Και τα δύο μεγέθη αυξήθηκαν σε σχέση με το 2023, όταν είχαν καταγραφεί 626 και 147 αντίστοιχα. Η πορεία της περιόδου δεν έχει σαφή κατεύθυνση, με τον αριθμό των αδικημάτων διαφθοράς να κινείται μεταξύ 607 και 902 και τις δωροδοκίες να παρουσιάζουν έντονη διακύμανση, από 64 το 2020 έως 253 το 2021.
Τα στοιχεία αφορούν αποκλειστικά τα αδικήματα που καταγράφονται από τις αρχές. Σύμφωνα με τη Eurostat, η εκτίμηση της πραγματικής έκτασης της εγκληματικότητας από τα επίσημα νούμερα μπορεί να είναι παραπλανητική, καθώς ο αριθμός των καταγεγραμμένων αδικημάτων εξαρτάται από τις πρακτικές καταγραφής και δίωξης κάθε χώρας.
Σε σύγκριση με την ΕΕ, η Ελλάδα στη συνολική διαφθορά κατέγραψε το 2024 6,87 αδικήματα ανά 100.000 κατοίκους, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό διάμεσο (9,77). Στις δωροδοκίες όμως ο δείκτης της (2,31) είναι υψηλότερος από τον διάμεσο (1,14).
Η διακύμανση μεταξύ των χωρών είναι ακραία και αποτυπώνει περισσότερο τις διαφορές στην καταγραφή και τη δίωξη παρά την πραγματική έκταση του φαινομένου. Οι υψηλότεροι δείκτες διαφθοράς το 2024 καταγράφονται στη Σουηδία (222,96), τη Φινλανδία (126,65) και τη Δανία (81,17), χώρες που σταθερά εμφανίζονται στις λιγότερο διεφθαρμένες στους διεθνείς δείκτες αντίληψης [3]. Το φαινόμενο αυτό δείχνει ότι υψηλός αριθμός καταγεγραμμένων αδικημάτων συχνά σημαίνει πιο ενεργό μηχανισμό εντοπισμού και δίωξης. Οι χαμηλότεροι δείκτες καταγράφονται στην Ιρλανδία (0,06), το Λουξεμβούργο (0,45) και τη Σλοβακία (0,90).
Η εικόνα αυτή έχει ενδιαφέρον όταν αντιπαραβληθεί με το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι πολίτες τη διαφθορά. Όπως δείξαμε σε αντίστοιχο λήμμα του Greece in Figures, στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International η Ελλάδα βαθμολογείται με 50 στα 100 για το 2025 και κατατάσσεται στις χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα αντιλαμβανόμενης διαφθοράς εντός της ΕΕ. Οι σκανδιναβικές χώρες, αντίθετα, βρίσκονται σταθερά στην κορυφή των λιγότερο διεφθαρμένων. Το ότι ακριβώς αυτές οι χώρες καταγράφουν τους υψηλότερους δείκτες αδικημάτων διαφθοράς δείχνει ότι η καταγραφή και η αντίληψη δεν κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ο υψηλός αριθμός καταγεγραμμένων υποθέσεων αποτυπώνει κυρίως την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού εντοπισμού και δίωξης, όχι μεγαλύτερη έκταση του φαινομένου.
Διαβάστε περισσότερα για την διαφθορά στην Ελλάδα και στην Ε.Ε εδώ.
Η αίσθηση ασφάλειας των πολιτών
Μέχρι εδώ είδαμε την εγκληματικότητα όπως την καταγράφουν οι αρχές. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη οπτική, εξίσου σημαντική: το πώς βιώνουν οι ίδιοι οι πολίτες την ασφάλεια στον χώρο τους. Ο δείκτης αυτός προέρχεται από την έρευνα EU-SILC και μετρά το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει ότι αντιμετωπίζει προβλήματα εγκληματικότητας, βίας ή βανδαλισμών στη γειτονιά του.
Εδώ η εικόνα της Ελλάδας αντιστρέφεται. Το 2023 το 20,9% του πληθυσμού δήλωσε τέτοια προβλήματα, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την ΕΕ. Ακολουθούν η Ολλανδία (16,7%), η Βουλγαρία (15,6%) και η Γαλλία (14,7%), ενώ ο ευρωπαϊκός διάμεσος βρίσκεται μόλις στο 7,0%. Η Ελλάδα δηλαδή καταγράφει σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό αντιλαμβανόμενης ανασφάλειας από τη μεσαία ευρωπαϊκή χώρα. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Κροατία (1,4%), η Λιθουανία (2,7%) και η Πολωνία (2,8%).
Η πορεία του δείκτη στην Ελλάδα δείχνει ότι το 2003 βρισκόταν μόλις στο 9,7%, από τα χαμηλότερα της Ευρώπης, και μάλιστα κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυξήθηκε σημαντικά στα χρόνια της κρίσης, φτάνοντας στο 20,1% το 2011 και το 2012, μειώθηκε προσωρινά στα μέσα της δεκαετίας (12,8% το 2015) και ανέβηκε ξανά μετά το 2019, μέχρι το νέο υψηλό του 20,9% το 2023.
Πηγές
[1] UNODC, International Classification of Crime for Statistical Purposes (ICCS).
[2] Eurostat, Glossary (Theft, Burglary, Robbery, Corruption, Bribery)
[3] Εurostat: Crime, violence or vandalism in the area
[4] Νόμος 4619/2019 (ΦΕΚ 95/Α/11-6-2019), όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 4637/2019, άρθρο 336 Ποινικού Κώδικα.
[5] Eurostat Statistics Explained: Crime statistics
Παραπομπή
Το παρόν λήμμα μπορεί να αναφερθεί ως:
Διονύσης Κουλλόλλι (28 Ιουλ 2026) - "Εγκληματικότητα" Δημοσιεύθηκε στο GreeceInFigures.com. Πηγή: 'https://greeceinfigures.com/egklimatikotita'
BibTeX:
@article{gif-egklimatikotita,
author = Διονύσης Κουλλόλλι,
title = Εγκληματικότητα,
journal = {Greece in Figures},
year = 2026,
note = https://greeceinfigures.com/egklimatikotita
}
Έτσι το Greece in Figures θα εμφανίζεται πιο συχνά στις αναζητήσεις σας στο Google και στα Top Stories.