Χρόνος εκδίκασης εμπορικών υποθέσεων
Το 2022, η Ελλάδα εμφανίζει τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. στον εκτιμώμενο χρόνο διεκπεραίωσης αστικών και εμπορικών υποθέσεων 1ου βαθμού. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα ο δείκτης είναι 746 ημέρες (≈ 2 χρόνια), όταν η διάμεσος της Ε.Ε. είναι περίπου 239 ημέρες (και ο μέσος όρος περίπου 282).
Εισαγωγή
Η διάρκεια απονομής δικαιοσύνης αποτελεί διαχρονικά μία από τις βασικές αδυναμίες του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Διεθνείς οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), δημοσιεύουν συστηματικά δείκτες που δείχνουν ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τους μεγαλύτερους χρόνους εκδίκασης υποθέσεων στην Ευρώπη.
Στο λήμμα αυτό χρησιμοποιούμε δύο διαφορετικούς δείκτες για να αποτυπώσουμε τον χρόνο που απαιτείται για την εκδίκαση ή την επίλυση υποθέσεων. Ο πρώτος προέρχεται από την Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank – Doing Business) και αφορά τον δείκτη «xρόνος που απαιτείται για την εκδίκαση μιας σύμβασης (σε ημέρες)», ενώ ο δεύτερος προέρχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και βασίζεται σε ευρωπαϊκά στατιστικά (CEPEJ / EU Justice Scoreboard) για την εκτιμώμενη διάρκεια διεκπεραίωσης αστικών και εμπορικών υποθέσεων.
Παγκόσμια Τράπεζα : Χρόνος εκτέλεσης σύμβασεων (εμπορικές διαφορές)
Ο δείκτης «Χρόνος που απαιτείται για την εκδίκαση μιας σύμβασης (σε ημέρες)» μετρά πόσες ημερολογιακές ημέρες απαιτούνται από τη στιγμή της κατάθεσης της αγωγής έως την τελική δικαστική απόφαση και, όπου χρειάζεται, έως την εκτέλεσή της (π.χ. είσπραξη ή πληρωμή).
Βασίζεται σε ένα τυποποιημένο εμπορικό σενάριο, ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα μεταξύ χωρών. Για αυτόν τον λόγο, δεν αποτελεί «μέσο χρόνο όλων των υποθέσεων» ενός δικαστικού συστήματος, αλλά έναν συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς για εμπορικές διαφορές.
Με βάση τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα εμφανίζει τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε., με 1.711 ημέρες, δηλαδή περίπου 5 χρόνια. Ο δείκτης μετρά τον συνολικό χρόνο από την κατάθεση αγωγής έως την τελική εκτέλεση της απόφασης και περιλαμβάνει τρία στάδια:
- Κατάθεση και κοινοποίηση: 60 ημέρες
- Εκδίκαση και έκδοση απόφασης: 1.400 ημέρες
- Εκτέλεση απόφασης: 251 ημέρες
Σε σύγκριση, ο αντίστοιχος δείκτης για την Ε.Ε. (διάμεσος) είναι 509 ημέρες, δηλαδή η Ελλάδα χρειάζεται περίπου 3,4 φορές περισσότερο χρόνο από την τυπική χώρα της Ένωσης. Η διαφορά αντιστοιχεί σε περίπου 1.200 επιπλέον ημέρες — πάνω από τρία χρόνια καθυστέρησης.
Αυτό που κάνει την Ελλάδα ιδιαίτερη περίπτωση δεν είναι μόνο ότι βρίσκεται στην τελευταία θέση, αλλά και το μέγεθος της απόκλισης. Ακόμη και σε σχέση με τις αμέσως επόμενες χώρες με μεγάλους χρόνους (Σλοβενία 1.160, Ιταλία 1.120, Κύπρος 1.100 ημέρες), η Ελλάδα απέχει σημαντικά, γεγονός που την καθιστά ακραία περίπτωση εντός της Ε.Ε. Στον αντίποδα, οι χώρες με την καλύτερη επίδοση κινούνται πολύ χαμηλότερα: το Λουξεμβούργο βρίσκεται στις 321 ημέρες, ενώ η Λιθουανία (370) και η Αυστρία (397) παραμένουν επίσης κάτω από τις 400 ημέρες. Με άλλα λόγια, η εκτέλεση μιας εμπορικής σύμβασης στην Ελλάδα απαιτεί σχεδόν πέντε φορές περισσότερο χρόνο από ό,τι στην καλύτερη επίδοση της Ε.Ε.
Συνολικά, τα ευρωπαϊκά δεδομένα συγκεντρώνονται γύρω από ένα εύρος περίπου 500–700 ημερών, με πολλές χώρες να βρίσκονται πολύ κοντά στη διάμεσο (π.χ. Βέλγιο/Μάλτα 505, Ισπανία 510, Ολλανδία 514, Γερμανία 499). Το γεγονός ότι η Ελλάδα απέχει τόσο πολύ από τη διάμεσο δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά απλώς μικρές διαφορές μεταξύ εθνικών συστημάτων, αλλά μια συστηματική υστέρηση στην ταχύτητα επίλυσης και εκτέλεσης εμπορικών διαφορών. [1]
ΔΝΤ – Διάρκεια εκδίκασης αστικών και εμπορικών υποθέσεων
Ο δεύτερος δείκτης που χρησιμοποιούμε στο λήμμα προέρχεται από την ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), το οποίο δεν συλλέγει πρωτογενώς στοιχεία «χρόνου εκδίκασης» ανά υπόθεση, αλλά αξιοποιεί ευρωπαϊκά στατιστικά (κυρίως από CEPEJ και EU Justice Scoreboard) για να αποτυπώσει την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος.
Ο βασικός δείκτης είναι η «εκτιμώμενη διάρκεια διεκπεραίωσης». Δεν είναι χρονομέτρηση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης από την αρχή έως το τέλος. Είναι ένας υπολογιστικός δείκτης που εκτιμά πόσο χρόνο (σε ημέρες) θα χρειαζόταν το σύστημα για να διεκπεραιώσει τις εκκρεμείς υποθέσεις, αν συνέχιζε να τις εκκαθαρίζει με τον τρέχοντα ρυθμό. Έτσι, ο δείκτης μεταφράζει τον όγκο των εκκρεμοτήτων σε έναν ενιαίο αριθμό ημερών, που είναι συγκρίσιμος μεταξύ χωρών και ετών (όταν τα δεδομένα είναι διαθέσιμα).
Πώς υπολογίζεται
Η εκτιμώμενη διάρκεια διεκπεραίωσης βασίζεται στη σχέση μεταξύ:
- εκκρεμών υποθέσεων (στο τέλος του έτους) και
- περατωθεισών υποθέσεων (μέσα στο ίδιο έτος).
Σχηματικά, αποδίδεται ως:
Δείκτης (ημέρες) ≈ (Εκκρεμείς / Περατωθείσες) × 365
Στο πλαίσιο που μας ενδιαφέρει εδώ, το ΔΝΤ χρησιμοποιεί τον δείκτη αυτό για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δηλαδή για υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με συναλλαγές, συμβάσεις και οικονομική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο δείκτης δεν περιγράφει τον χρόνο εκδίκασης βαριών ποινικών υποθέσεων (π.χ. ανθρωποκτονίες), οι οποίες καταγράφονται σε διαφορετικές κατηγορίες και ακολουθούν διαφορετική διαδικαστική πορεία.
Επειδή πρόκειται για εκτίμηση σε επίπεδο συστήματος, ο δείκτης διεκπεραίωσης δεν ισχυρίζεται ότι «κάθε υπόθεση» διαρκεί τόσες ημέρες. Επηρεάζεται από τον φόρτο, την οργάνωση, τις αναβολές, τις εφέσεις και τη διαχείριση υποθέσεων, και πρέπει να διαβάζεται ως συστημικός δείκτης αποτελεσματικότητας.
Το 2022, η Ελλάδα εμφανίζει τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. στον εκτιμώμενο χρόνο διεκπεραίωσης αστικών και εμπορικών υποθέσεων 1ου βαθμού. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα ο δείκτης είναι 746 ημέρες (≈ 2 χρόνια), όταν η διάμεσος της Ε.Ε. είναι περίπου 239 ημέρες (και ο μέσος όρος περίπου 282). Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται περίπου 3,1 φορές περισσότερο χρόνο από την τυπική χώρα της Ε.Ε. για να διεκπεραιωθούν αντίστοιχες υποθέσεις σε πρώτο βαθμό — μια απόκλιση που αντιστοιχεί σε πάνω από 500 επιπλέον ημέρες (~ 1 μιση χρόνο) σε σχέση με τη διάμεσο.
Η εικόνα είναι παρόμοια και στον 2ο βαθμό, όπου η Ελλάδα καταγράφει 422 ημέρες (~ 1 χρόνο και 2 μήνες ), έναντι 207 ημερών στη διάμεσο της Ε.Ε. (και περίπου 324 στον μέσο όρο). Δηλαδή, και στο εφετειακό επίπεδο η Ελλάδα κινείται περίπου διπλάσια από τον ευρωπαϊκό «κανόνα». Η σύγκριση με τις καλύτερες επιδόσεις αναδεικνύει ακόμη πιο έντονα το χάσμα: σε αρκετές χώρες ο 1ος βαθμός κυμαίνεται κάτω από ~150–200 ημέρες, ενώ στον 2ο βαθμό υπάρχουν συστήματα που κινούνται γύρω ή και κάτω από τις 100 ημέρες. Αντίθετα, στην Ελλάδα ο δείκτης δείχνει ότι οι καθυστερήσεις είναι διαρθρωτικές και δεν προκύπτουν μόνο από τις εφέσεις ή τη «συσσώρευση» στα ανώτερα δικαστήρια.
Αν αθροίσουμε ενδεικτικά τους δείκτες 1ου και 2ου βαθμού για την Ελλάδα (746 + 422), προκύπτουν περίπου 1.168 ημέρες (≈ 3,2 χρόνια). Αυτό δίνει μια αίσθηση του συνολικού χρόνου που μπορεί να απαιτείται όταν μια υπόθεση περνά και από τους δύο βαθμούς.
Χρειάζεται όμως προσοχή: οι δείκτες διεκπεραίωσης ανά βαθμό δεν είναι ο πραγματικός χρόνος μιας συγκεκριμένης υπόθεσης και το άθροισμά τους δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με τον πραγματικό συνολικό χρόνο από την αρχή έως το τέλος, επειδή βασίζονται σε αποθέματα εκκρεμοτήτων και ρυθμούς εκκαθάρισης ανά βαθμίδα.
Δικαστές, δικηγόροι και εισαγγελείς: επαρκεί το ανθρώπινο δυναμικό;
Τα στοιχεία της CEPEJ / EU Justice Scoreboard δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν υστερεί σε αριθμό δικαστών· αντίθετα, διαθέτει σημαντικά περισσότερους επαγγελματίες δικαστές ανά πληθυσμό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα αντιστοιχούν 37,3 επαγγελματίες δικαστές ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 22,9 στη διάμεσο της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα έχει 63% περισσότερους δικαστές από την τυπική ευρωπαϊκή χώρα.
Παρά την υψηλότερη αυτή «πυκνότητα» δικαστών, οι χρόνοι εκδίκασης αστικών και εμπορικών υποθέσεων παραμένουν από τους μεγαλύτερους στην Ε.Ε. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι καθυστερήσεις δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον αριθμό των δικαστών, αλλά πιθανότατα σχετίζονται με ευρύτερους θεσμικούς και οργανωτικούς παράγοντες, όπως ο φόρτος υποθέσεων, οι διαδικασίες, οι αναβολές και η διαχείριση της ροής των υποθέσεων.
Η εικόνα διαφοροποιείται αν εξετάσουμε και άλλες κρίσιμες ομάδες του δικαστικού συστήματος. Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη πυκνότητα εισαγγελέων, με 5,7 εισαγγελείς ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 14,4 στη διάμεσο της Ε.Ε. Αντίθετα, στον αριθμό των δικηγόρων η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση: με 441,5 δικηγόρους ανά 100.000 κατοίκους, υπερβαίνει κατά πολύ τη διάμεσο της Ε.Ε. (132,1), καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες αναλογίες στην Ευρώπη.
Πηγές
[1] World Bank – Doing Business, Enforcing Contracts
[2] Katherine Dai, Mariusz Jarmuzek, Ritong Qu, and Amira Rasekh. "Enhancing Judicial System Efficiency in Greece: Drivers and Economic Impact", Selected Issues Papers 2025, 057 (2025), accessed 2/7/2026, https://doi.org/10.5089/9798229011976.018
[3] European Commission for the Efficiency of Justice (CEPEJ)
Παραπομπή
Το παρόν λήμμα μπορεί να αναφερθεί ως:
Διονύσης Κουλλόλλι (17 Φεβ 2026) - "Χρόνος εκδίκασης εμπορικών υποθέσεων" Δημοσιεύθηκε στο GreeceInFigures.com. Πηγή: 'https://greeceinfigures.com/xronos-ekdikasis-emporikon-upotheseon'
BibTeX:
@article{gif-xronos-ekdikasis-emporikon-upotheseon,
author = Διονύσης Κουλλόλλι,
title = Χρόνος εκδίκασης εμπορικών υποθέσεων,
journal = {Greece in Figures},
year = 2026,
note = https://greeceinfigures.com/xronos-ekdikasis-emporikon-upotheseon
}