Τον Ιούνιο του 2026, οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 3,9% σε ετήσια βάση, από 4,9% τον Μάιο. Το ποσοστό παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που υποχώρησε στο 2,8% από 3,2% τον Μάιο, καθώς και από τον μέσο όρο της ΕΕ (2,9%).
Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ρουμανία (9,2%), η Λιθουανία (5,4%) και η Βουλγαρία (5,2%) κατέγραψαν τα υψηλότερα ποσοστά πληθωρισμού.
Στον αντίποδα, η Σουηδία (1,0%), η Τσεχία (1,1%) και η Δανία (1,8%) παρουσίασαν τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των κρατών-μελών. Σε σχέση με τον Μάιο, ο πληθωρισμός υποχώρησε σε 22 κράτη-μέλη, παρέμεινε σταθερός σε 3 και αυξήθηκε σε 2.
Η εισοδηματική ανισότητα δείχνει πόσο άνισα κατανέμεται το εισόδημα ανάμεσα στους πολίτες μιας χώρας. Το πιο διαδεδομένο εργαλείο μέτρησής της, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο, είναι ο δείκτης Gini, ο οποίος επιτρέπει τη σύγκριση της κατανομής του εισοδήματος μεταξύ χωρών αλλά και τη διαχρονική παρακολούθησή της.
Ο δείκτης παίρνει τιμές μεταξύ 0 και 1 (ή 0 ως 100), με το μηδέν να σημαίνει πως όλοι οι πολίτες παίρνουν το ίδιο εισόδημα (τέλεια ισότητα) και το 1 (ή 100) πως το συνολικό εισόδημα μια χώρας πηγαίνει σε μόνο ένα άτομο (μέγιστη ανισότητα). Επομένως, όσο πιο κοντά στο μηδέν είναι ο δείκτης Gini, τόσο χαμηλότερη είναι η εισοδηματική ανισότητα σε μια χώρα.
Στην Ελλάδα, το διάστημα 1995-2025 ο δείκτης Gini κυμαίνεται από 31 έως 35 μονάδες. Από το 2016 έως το 2019 ο δείκτης μειώνεται κατά 3,3 μονάδες, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη πτώση του τα τελευταία 25 χρόνια. Το 2019 καταγράφεται η μικρότερη εισοδηματική ανισότητα στη χώρα, με τον δείκτη Gini στις 31 μονάδες. Έκτοτε ο δείκτης κινείται ανοδικά και σταθεροποιείται γύρω από τις 31,6-31,8 μονάδες, φτάνοντας στις 31,6 μονάδες το 2025.
Το 2025, η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα ήταν η 4η υψηλότερη της Ε.Ε. και μεγαλύτερη κατά 2,4 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (29,2 μονάδες). Παρά το γεγονός ότι από το 2019 και μετά η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται, παραμένει ακόμα χαμηλότερη σε σχέση με το 2015 (-2,6 μονάδες).
Οι χώρες με τις υψηλότερες τιμές είναι η Βουλγαρία με 37,7 μονάδες (+0,7 μονάδες σε σχέση με το 2015), η Λετονία με 35,6 μονάδες και η Λιθουανία με 35,5 μονάδες. Αντίθετα, η χώρα με τη χαμηλότερη εισοδηματική ανισότητα είναι η Σλοβακία με 23 μονάδες (-0,7 μονάδες σε σχέση με το 2015), ακολουθούμενη από το Βέλγιο με 23,4 μονάδες.
Διαβάστε περισσότερα για την εισοδηματική ανισότητα εδώ.
Εξερευνήστε μόνοι σας τα δεδομένα για την εισοδηματική ανισότητα στη νέα μας πλατφόρμα:
Ο πληθωρισμός στη στέγαση στην Ελλάδα ανήλθε στο 11,5% τον Μάιο του 2026. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος βρίσκεται στο 3,6%.
Η απόκλιση αυτή αντικατοπτρίζει τις συνεχιζόμενες πιέσεις που δέχεται η ελληνική αγορά στέγασης, με τις τιμές να παραμένουν σε αυξητική τροχιά μετά την κορύφωση του πληθωρισμού το 2022. Ειδικότερα, η Ελλάδα κατέγραψε απότομη άνοδο του πληθωρισμού στη στέγαση το 2022, με τον ετήσιο ρυθμό να ξεπερνά ακόμη και το 35%, ακολουθούμενη από έντονη αποκλιμάκωση και εκ νέου επιτάχυνση το 2024–2025.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει εντονότερες αυξήσεις στο κόστος στέγασης. Διαβάστε περισσότερα για τον πληθωρισμό εδώ.
Η επιβατική κίνηση στα αεροδρόμια Ελ. Βενιζέλος και της Fraport (Άκτιο, Ζάκυνθο, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κω, Μύκονο, Μυτιλήνη, Ρόδο, Σάμο, Σαντορίνη, Σκιάθο & Χανιά) αυξήθηκε κατά 4,9% στο διάστημα Ιανουαρίου–Ιουνίου 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό εξάμηνο.
Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο η κίνηση ανήλθε συνολικά σε 9,1 εκατομμύρια επιβάτες, έναντι 8,8 εκατ. τον Ιούνιο του 2025. Συνολικά, η κίνηση μέχρι σήμερα ανέρχεται στα 29,4 εκατομμύρια, έναντι 28 εκατομμυρίων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η άνοδος καταγράφεται σε όλους τους μήνες, με τη μεγαλύτερη διαφορά να παρατηρείται τον Μάιο (+339.352 επιβάτες).
Στην Αττική η μέση ταχύτητα λήψης στη σταθερή σύνδεση φτάνει τα 234 Mbps και στην Κεντρική Μακεδονία τα 216 Mbps — τιμές που φέρνουν τις δύο περιφέρειες κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ήπειρος όμως μένει στα 81 Mbps, σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερα από την Αττική, ενώ το Νότιο Αιγαίο και τα Ιόνια Νησιά δεν ξεπερνούν τα 104 Mbps.
Στην ταχύτητα αποστολής το χάσμα γίνεται ακόμη πιο έντονο. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η Αττική καταγράφει 133 Mbps και η Κεντρική Μακεδονία 131, τη στιγμή που το Νότιο Αιγαίο μετρά μόλις 14,5 και η Ήπειρος 16. Η απόσταση εδώ δεν είναι τριπλάσια αλλά εννιαπλάσια — και αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τις διαφορές στις υποδομές μέσα στη χώρα.
Στην κινητή τηλεφωνία η εικόνα αντιστρέφεται. Στην Αττική το σταθερό ίντερνετ παραμένει ταχύτερο από το κινητό, στα νησιά και στην περιφέρεια όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: στο Νότιο Αιγαίο η κινητή σύνδεση τρέχει 84% ταχύτερα από τη σταθερή, στα Ιόνια Νησιά 67% και στην Κρήτη 32%.
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η βελτίωση της επταετίας δεν ήταν ομοιόμορφη. Το 2019 όλες οι περιφέρειες κινούνταν σε παρόμοια χαμηλά επίπεδα, μεταξύ 13 και 18 Mbps, με μόνη εξαίρεση την Αττική. Από τότε οι πορείες τους διαφοροποιήθηκαν: η Κεντρική και η Δυτική Μακεδονία πολλαπλασίασαν τις ταχύτητές τους περισσότερο από έντεκα φορές, η Ήπειρος μόλις τις εξαπλασίασε. Η σημερινή ανισότητα δεν οφείλεται λοιπόν σε διαφορετική αφετηρία, αλλά στον άνισο ρυθμό ανάπτυξης του δικτύου.
Η ταχύτητα του Internet αυξήθηκε σημαντικά στην Ελλάδα την τελευταία επταετία. Στις σταθερές συνδέσεις, η μέση ταχύτητα λήψης αυξήθηκε από 21 Mbps το α' τρίμηνο του 2019 σε 199 Mbps το α' τρίμηνο του 2026, σχεδόν δεκαπλάσια δηλαδή μέσα σε επτά χρόνια. Ανάλογη ήταν η πορεία και στην ταχύτητα αποστολής, η οποία ανέβηκε από 4 σε 108 Mbps.
Η σύγκριση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη δείχνει ότι η σημαντική άνοδος της τελευταίας επταετίας δεν αρκεί για να καλύψει την απόσταση. Στις σταθερές συνδέσεις η Ελλάδα βρίσκεται στην 22η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες της Ένωσης, με 199 Mbps έναντι διαμέσου 257 Mbps. Υπολείπεται δηλαδή κατά περίπου 22%, ή αλλιώς βρίσκεται εκεί όπου βρισκόταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος πριν από αρκετά τρίμηνα. Στις κινητές συνδέσεις η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη: με 176 Mbps η χώρα κατατάσσεται 16η και πρακτικά αγγίζει τη διάμεσο της Ένωσης, που διαμορφώνεται στα 178 Mbps.
Στην κορυφή της σταθερής σύνδεσης ξεχωρίζει η Γαλλία, με 474 Mbps, ταχύτητα σχεδόν διπλάσια της ελληνικής. Ακολουθούν η Ισπανία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, όλες πάνω από 320 Mbps. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία χωρών της ανατολικής Ευρώπης στις πρώτες θέσεις, με τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Πολωνία να ξεπερνούν άνετα τα 290 Mbps. Στον αντίποδα, πίσω από την Ελλάδα βρίσκονται μόλις πέντε χώρες, ανάμεσά τους η Γερμανία με 192 Mbps και η Αυστρία με 171 Mbps.
Στην κινητή τηλεφωνία η κατάταξη είναι διαφορετική. Πρώτη είναι η Δανία με 264 Mbps και δεύτερη η Βουλγαρία με 258, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις, κάτω από 130 Mbps. Η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση περίπου της κατάταξης.
Διαβάστε περισσότερα για τη ταχύτητα του internet εδώ.
Οι ανανεώσιμες πηγές κερδίζουν σταθερά έδαφος στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα. Το τελευταίο δωδεκάμηνο (έως τον Ιούνιο 2026), οι ΑΠΕ κάλυψαν το 52% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας — από 49% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η μηνιαία εικόνα του Ιουνίου είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή: οι ΑΠΕ έφτασαν το 58,6% της παραγωγής (2,77 TWh), το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί για μήνα Ιούνιο. Παράλληλα, τα ορυκτά καύσιμα υποχώρησαν στο 41,4% (1,96 TWh), από 47,8% τον Ιούνιο του 2025.
Με το νούμερο αυτό, η Ελλάδα ξεπέρασε ακόμη και τον μέσο όρο της ΕΕ (54,5%) για τον ίδιο μήνα, κινούμενη ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο προς τον στόχο του 2030.