Το Φεβρουάριο του 2026 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 31 νεκροί, ένας λιγότερος σε σύγκριση τόσο με τον Ιανουάριο του 2026 αλλά και 5 υψηλότερος από τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι. Ωστόσο, το επίπεδο αυτό είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο της πενταετίας, που ανέρχεται σε 36 νεκρούς. Η διαφορά αντιστοιχεί σε 5 λιγότερους νεκρούς, δηλαδή περίπου 14% κάτω από τον μέσο όρο.
Τους 2 πρώτους μήνες του 2026 έχουν πραγματοποιηθεί 1.355 ατυχήματα με 63 νεκρούς, 43 σοβαρά τραυματίες και 1.472 ελαφρά τραυματίες.
Διαβάστε περισσότερα για το τροχαία ατυχήματα εδώ.
Η ανεργία στις γυναίκες διαμορφώθηκε στο 11,5% τον Μάρτιο του 2026, αυξημένη κατά 0,1 μονάδες σε σχέση με το Φεβρουάριο και μειωμένη κατά 0,2 μονάδες σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό γυναικείας ανεργίας στην Ε.Ε., πίσω μόνο από την Ισπανία και κατά 5,3 μονάδες υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το χάσμα ανεργίας μεταξύ των δύο φύλων αυξήθηκε στις 5,2 ποσοστιαίες μονάδες, από 4,6 μονάδες τον Φεβρουάριο του 2026.
Στο πλαίσιο του προγράμματος PISA, της διεθνούς αξιολόγησης των μαθησιακών ικανοτήτων των εφήβων που διεξάγεται σε τριετή βάση από τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατέγραψε ιστορικά τις χαμηλότερες επιδόσεις της σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη.
Με μια λεπτομερέστερη ματιά, διαπιστώνεται ότι η γενικότερη τάση για τις περισσότερες χώρες είναι πτωτική. Ωστόσο, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, στην κατηγορία της κατανόησης κειμένου οι μαθητές σήμερα βρίσκοντtαι 36 μονάδες χαμηλότερα σε σύγκριση με την πρώτη καταγραφή του 2000. Ακολουθεί η κατηγορία των επιστημών, όπου οι επιδόσεις των εφήβων είναι κατά 32 μονάδες ασθενέστερες συγκριτικά με το 2006. Τέλος, η μικρότερη υποχώρηση παρατηρείται στα μαθηματικά, καθώς τα μαθησιακά αποτελέσματα των Ελλήνων μαθητών είναι μόλις 15 μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με την πρώτη καταγραφή του 2004.
Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ξεπερνά τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε καμία από τις καταγραφές του προγράμματος PISA.
Η ανακύκλωση πλαστικών αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζει σταθερή αλλά αργή άνοδο τις τελευταίες δεκαετίες. Από περίπου 7,1 κιλά ανά κάτοικο το 2012, φτάνει τα 14,8 κιλά το 2023, δηλαδή σχεδόν διπλασιασμό μέσα σε μία δεκαετία. Παρόλα αυτά, η αύξηση παραμένει πιο αργή από την άνοδο της παραγωγής πλαστικών αποβλήτων, γεγονός που δείχνει ότι το “κενό” μεταξύ παραγωγής και ανακύκλωσης δεν έχει κλείσει.
Η Ελλάδα εμφανίζει πιο αργή και πιο ασταθή πορεία. Από εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 (κάτω από 1 κιλό ανά κάτοικο), η ανακύκλωση αυξάνεται σταδιακά, με σημαντική βελτίωση μετά το 2010. Το 2023 φτάνει περίπου τα 8,3 κιλά ανά κάτοικο. Παρά τη σαφή πρόοδο, η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη διαφορά να παραμένει σημαντική.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επιδόσεις διαφέρουν σημαντικά. Στις υψηλότερες θέσεις βρίσκονται χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ισπανία, οι οποίες εμφανίζουν σταθερά υψηλά επίπεδα ανακύκλωσης και πιο ανεπτυγμένα συστήματα διαχείρισης αποβλήτων. Αντίθετα, χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και η Φινλανδία καταγράφουν χαμηλότερες επιδόσεις, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις.
Το 2025, ο Δείκτης Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 180 (έτος βάσης το 2020), αυξημένος κατά 8,9% σε σχέση με το 2024 και κατά 80% σε σχέση με τα επίπεδα του 2020. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σωρευτική αύξηση επενδύσεων που έχει καταγραφεί μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. την ίδια περίοδο.
Στον μέσο όρο της Ε.Ε., ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 109,6 — μόλις 9,6% πάνω από τα επίπεδα του 2020. Δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση μετά την Ελλάδα κατέγραψε η Κροατία (159,1), ακολουθούμενη από την Ιταλία (144,1) και τη Λιθουανία (139,1). Στον αντίποδα, χώρες όπως η Ιρλανδία (71,4), η Εσθονία (87,2), η Ουγγαρία (87,6) και η Γερμανία (95,2) κινούνται ακόμη κάτω από τα επίπεδα του 2020.
Σημειώνεται ότι ο δείκτης μετρά τη μεταβολή των επενδύσεων κάθε οικονομίας σε σχέση με τα επίπεδά της το 2020 (=100), σε σταθερές τιμές, και όχι το απόλυτο μέγεθος των επενδύσεων. Η τιμή 180 για την Ελλάδα δεν σημαίνει ότι επενδύει περισσότερα από την Ε.Ε., αλλά ότι πραγματοποιεί 80% περισσότερες επενδύσεις απ' ό,τι το 2020.
Παρά την έντονη ανάκαμψη της τελευταίας πενταετίας, ο δείκτης παραμένει χαμηλότερα από τα προ-κρίσης επίπεδα. Το 2007, η τιμή του δείκτη για την Ελλάδα ήταν 279,4 — δηλαδή οι επενδύσεις ήταν σχεδόν τριπλάσιες σε σχέση με το 2020. Στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης, το 2014, ο δείκτης είχε υποχωρήσει στο 93,9, μια απώλεια άνω του 66% σε σχέση με το προ-κρίσης υψηλό του 2007. Από τότε έως σήμερα, η σωρευτική ανάκαμψη φτάνει το 92%.
Από τα €42 δισ. επενδύσεις το 2025, τα €18 δισ. αφορούσαν κατασκευές, τα €17 δισ. αφορούσαν μηχανήματα, εξοπλισμό και οπλικά συστήματα, ενώ τα 6,9 αφορούσαν προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας (έρευνα και ανάπτυξη, πατέντες, λογισμικό).
Το Α' τρίμηνο του 2026, ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής διαμορφώθηκε στο 117,6, αυξημένος κατά 5,4% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και κατά 17,6% σε σχέση με τα επίπεδα του 2021. Πρόκειται για την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί από το Γ' τρίμηνο του 2008.
Την ίδια περίοδο, ο αντίστοιχος δείκτης για το σύνολο της Ε.Ε. παρέμεινε σταθερός. Η τελευταία διαθέσιμη τιμή για το δ' τρίμηνο 2025 βρίσκεται στο 100,4 — 0,4% πάνω από τα επίπεδα του 2021. Από το 2022 και μετά, η ευρωπαϊκή βιομηχανική παραγωγή κινείται γύρω από τη βάση του 2021.
Σημειώνεται ότι ο δείκτης μετρά τη μεταβολή της παραγωγής κάθε οικονομίας σε σχέση με τα επίπεδά της το 2021 (=100), και όχι το απόλυτο μέγεθος παραγωγής. Η τιμή 117,6 για την Ελλάδα δεν σημαίνει ότι παράγει περισσότερα από την Ε.Ε., αλλά ότι παράγει 17,6% περισσότερα απ' ό,τι παρήγαγε η ίδια το 2021. Αντίστοιχα, η Ε.Ε. στο 100,4 βρίσκεται μόλις οριακά πάνω από το επίπεδο παραγωγής της το 2021.
Στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης, το γ' τρίμηνο 2013, ο δείκτης είχε υποχωρήσει στο 85,2. Μία απώλεια άνω του 30% σε σχέση με το προ-κρίσης υψηλό του 2007. Έκτοτε, η συνολική ανάκαμψη φτάνει το 38%, αν και ο δείκτης παραμένει ακόμη χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του α' τριμήνου 2000 (130,3).
Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στη χώρα.
Το 2025, οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται σε περιφέρειες όπως τα Ιόνια Νησιά (25,8%), η Δυτική Ελλάδα (30,4%) και η Κεντρική Μακεδονία (22,1%), όπου το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν αδυναμία επαρκούς θέρμανσης παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Επίσης, το Νότιο Αιγαίο και η Πελοπόννησος εμφανίζουν σταθερά αυξημένα επίπεδα, κοντά ή πάνω από το 20%.
Αντίθετα, χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε περιφέρειες όπως η Θεσσαλία (10,8%), η Στερεά Ελλάδα (11,3%) και η Κρήτη (12,3%), όπου η ενεργειακή ευαλωτότητα εμφανίζεται σημαντικά περιορισμένη σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Αττικής, η οποία, αν και συγκεντρώνει μεγάλο πληθυσμό, κινείται γύρω στο 17,4% το 2025, παραμένοντας κοντά στον εθνικό μέσο όρο. Παράλληλα, περιφέρειες όπως η Δυτική Ελλάδα εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις μέσα στην πενταετία, με πολύ υψηλές τιμές το 2021 και 2025.
Διαβάστε περισσότερα σχετικά με την ενεργειακή φτώχεια εδώ.